Η εγκυμοσύνη είναι μια φυσιολογική διαδικασία, κατά την οποία το σώμα της γυναίκας προσαρμόζεται συνεχώς για να υποστηρίξει την ανάπτυξη του εμβρύου.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η κύηση εξελίσσεται ομαλά και χωρίς προβλήματα.
Υπάρχουν όμως ορισμένες καταστάσεις που μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκειά της και να απαιτούν πιο στενή ιατρική παρακολούθηση και σύγχρονη μαιευτική φροντίδα
Οι καταστάσεις αυτές εντάσσονται στον όρο «παθολογία της κύησης». Η σωστή ενημέρωση γύρω από την παθολογία της κύησης δεν έχει σκοπό να προκαλέσει ανησυχία.
Αντίθετα, βοηθά την έγκυο να κατανοήσει τι μπορεί να προκύψει, ποια συμπτώματα είναι ανησυχητικά, πώς ελέγχονται με κατάλληλες εργαστηριακές εξετάσεις ή με το υπερηχογράφημα και με ποιον τρόπο η σύγχρονη μαιευτική μπορεί να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή έκβαση τόσο για τη μητέρα όσο και για το μωρό.
Στη συνέχεια αναφέρονται ενδεικτικά, κάποιες από τις πιο συχνές καταστάσεις που μπορούν να παρουσιαστούν στην κύηση και οι οποίες απαιτούν πιο συστηματική παρακολούθηση και έλεγχο.
Σακχαρώδης διαβήτης της κύησης
Ο σακχαρώδης διαβήτης της κύησης εμφανίζεται όταν ο οργανισμός της εγκύου δεν μπορεί να ρυθμίσει αποτελεσματικά τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, εξαιτίας των ορμονικών αλλαγών της εγκυμοσύνης.
Πρόκειται για μια σχετικά συχνή κατάσταση, η οποία συνήθως δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα και ανιχνεύεται μέσω των προγραμματισμένων εξετάσεων.
Πιο συγκεκριμένα, ο έλεγχος του σακχάρου νηστείας μια φορά τον μήνα, η καμπύλη σακχάρου, μια ειδική εξέταση που πραγματοποιείται συνήθως μεταξύ 23ης και 27ης εβδομάδας της κύησης και ο υπερηχογραφικός έλεγχος του εμβρύου που θα δείξει είτε ένα μεγάλο για την ηλικία της κύησης έμβρυο είτε αυξημένο αμνιακό υγρό, είναι μεταξύ των εξετάσεων που θα θέσουν τη διάγνωση για το σακχαρώδη διαβήτη της κύησης.
Η έγκαιρη διάγνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η σωστή ρύθμιση του σακχάρου μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών, όπως η υπερβολική αύξηση του βάρους του εμβρύου που συνεπάγεται δυσκολίες κατά τον τοκετό.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αντιμετώπιση περιλαμβάνει διατροφικές οδηγίες και ήπια σωματική δραστηριότητα, ενώ μόνο σε ορισμένες γυναίκες απαιτείται φαρμακευτική αγωγή, η οποία αφορά ως επί τω πλείστων την χρήση υποδόριων ενέσεων ινσουλίνης.
Μετά τον τοκετό, τα επίπεδα σακχάρου επανέρχονται συνήθως στο φυσιολογικό, ενώ μια καμπύλη σακχάρου περίπου 8 εβδομάδες μετά τον τοκετό, μπορεί να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει κάποιο υπολειπόμενο πρόβλημα .
Πρόωρος τοκετός και πρόωρη ρήξη υμένων
Ο πρόωρος τοκετός αφορά την έναρξη του τοκετού πριν ολοκληρωθεί η κύηση και πιο συγκεκριμένα πριν την ολοκλήρωση της 37ης εβδομάδας της κύησης.
Μπορεί να εμφανιστεί με συσπάσεις της μήτρας, αλλά και να προηγηθεί πρόωρη ρήξη των υμένων, δηλαδή το σπάσιμο των νερών νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Μπορεί να οφείλεται σε κάποια λοίμωξη της εγκύου, σε ανατομικούς παράγοντες (δίκερος μήτρα, ανεπάρκεια του τραχήλου), να προκληθεί μετά από κάποιο ατύχημα ή να είναι κάποιο τυχαίο γεγονός.
Η πρόωρη ρήξη υμένων δεν σημαίνει πάντα ότι ο τοκετός είναι άμεσος, ωστόσο απαιτεί άμεση ιατρική εκτίμηση για να επιβεβαιωθεί το εύρημα και να γίνουν οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις (καλλιέργεια ούρων, καλλιέργεια κολπικού υγρού, γενική αίματος και CRP).
Συμπτώματα όπως πόνος χαμηλά στην κοιλιά, συχνές ή επώδυνες συσπάσεις, αίσθημα πίεσης ή εκροή υγρού από τον κόλπο δεν πρέπει να αγνοούνται.
Με τη σωστή παρακολούθηση και τις κατάλληλες παρεμβάσεις (αντιβιοτική θεραπεία, χρήση τοκολυτικών φαρμάκων ή και κορτιζόνης για την ωρίμανση των πνευμόνων του εμβρύου όταν χρειάζεται) , σε πολλές περιπτώσεις, είναι δυνατή η καθυστέρηση του τοκετού και η καλύτερη προετοιμασία για τη γέννηση του μωρού.
Λοιμώξεις κατά την κύηση
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ορισμένες λοιμώξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να επηρεάσουν την πορεία της κύησης ή την ανάπτυξη του εμβρύου.
Για τον λόγο αυτό, ο προγεννητικός έλεγχος περιλαμβάνει εξετάσεις που στοχεύουν στον έγκαιρο εντοπισμό τους (έλεγχος αντισωμάτων IgG και IgM για τοξόπλασμα, κυτταρομεγαλοϊό, και ερυθρά).
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η επαφή με έναν ιό ή μικροοργανισμό δεν συνεπάγεται απαραίτητα πρόβλημα για την εγκυμοσύνη και το έμβρυο.
Σε πολλές περιπτώσεις, η γυναίκα έχει ήδη ανοσία ή η λοίμωξη δεν επηρεάζει την κύηση.
Λοιμώξεις όπως η ερυθρά, ο κυτταρομεγαλοϊός, το τοξόπλασμα, οι ιογενείς ηπατίτιδες και ο έρπης των γεννητικών οργάνων αξιολογούνται πάντα εξατομικευμένα, λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο της εγκυμοσύνης και το συνολικό ιατρικό ιστορικό.
Προεκλαμψία
Η προεκλαμψία είναι μια κατάσταση που εμφανίζεται συνήθως στο δεύτερο μισό της εγκυμοσύνης και χαρακτηρίζεται από αυξημένη αρτηριακή πίεση, παρουσία σημαντικών ποσοτήτων πρωτεΐνης στα ούρα και έντονο οίδημα, ενώ μπορεί να συνυπάρχουν και διαταραχές σε άλλα συστήματα του οργανισμού.
Η τακτική μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, σε περιπτώσεις που έχει τεθεί τέτοια υποψία και ο έλεγχος αίματος και ούρων με απλές εξετάσεις (γενική αίματος, ουρία, κρεατινίνη, ουρικό οξύ, SGOT, SGPT, έλεγχος πηκτικότητας, γενική ούρων και πρωτεΐνη ούρων 24 ώρου) , επιτρέπουν την έγκαιρη διάγνωση.
Όταν αναγνωριστεί εγκαίρως, η προεκλαμψία μπορεί να αντιμετωπιστεί με ασφάλεια μέσω στενής παρακολούθησης της μητέρας και του εμβρύου και με κατάλληλες παρεμβάσεις (αντιυπερτασικά φάρμακα), να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος, ώστε το έμβρυο να γεννηθεί με ασφάλεια και αποφεύγοντας κατά το δυνατόν την μεγάλη προωρότητα, μειώνοντας σημαντικά τους κινδύνους για το έμβρυο, χωρίς παράλληλα να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία της μητέρας.
Ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης
Σε ορισμένες κυήσεις, το έμβρυο δεν αναπτύσσεται με τον αναμενόμενο ρυθμό.
Η ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα, αλλά ότι απαιτείται πιο συστηματική παρακολούθηση.
Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στον υπερηχογραφικό έλεγχο της ανάπτυξης του εμβρύου, στη μελέτη της ροής του αίματος μέσω Doppler στην ομφαλική αρτηρία, στη μέση εγκεφαλική αρτηρία του εμβρύου και στις μητριαίες αρτηρίες της μητέρας και στην υπερηχογραφική εκτίμηση της ποσότητας του αμνιακού υγρού και της ωρίμανσης του πλακούντα,
Ο γιατρός αξιολογεί συνολικά την κατάσταση της κύησης και καθορίζει τον ασφαλέστερο χρόνο και τρόπο τοκετού, ισορροπώντας ανάμεσα στους κινδύνους της προωρότητας από την μια και την ενδομήτρια κατάσταση του εμβρύου από την άλλη, με στόχο τη βέλτιστη έκβαση για το μωρό.
Παθολογία του πλακούντα
Ο πλακούντας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμβρύου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν παθολογικές καταστάσεις που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή.
Η αποκόλληση πλακούντα αποτελεί επείγουσα κατάσταση και συχνά συνοδεύεται από έντονο κοιλιακό πόνο και αιμορραγία. Απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση και στενή παρακολούθηση, με πιθανή εισαγωγή στο μαιευτήριο.
Ο προδρομικός πλακούντας αφορά την ανάπτυξη του πλακούντα χαμηλά στη μήτρα, κοντά ή πάνω από το τραχηλικό στόμιο (επιχείλιος, παραχείλιος ή επιπωματικός πλακούντας).
Σε αρκετές περιπτώσεις, η θέση του πλακούντα μεταβάλλεται, καθώς μετατοπίζεται προς τα πάνω στη μήτρα, όσο προχωρά η εγκυμοσύνη.
Όταν παραμένει χαμηλά, επηρεάζει τον σχεδιασμό του τοκετού και απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση.
Πότε χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τον γιατρό
Συμπτώματα όπως κολπική αιμορραγία, έντονος ή επίμονος κοιλιακός πόνος, σοβαρός πονοκέφαλος, διαταραχές όρασης, αιφνίδια αύξηση οιδημάτων ή μειωμένες κινήσεις του εμβρύου δεν πρέπει να αγνοούνται.
Σε κάθε αμφιβολία, η άμεση επικοινωνία με τον γυναικολόγο είναι πάντα η ασφαλέστερη επιλογή.
Η παθολογία της κύησης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η εγκυμοσύνη θα εξελιχθεί προβληματικά.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η έγκαιρη διάγνωση, η σωστή παρακολούθηση και οι θεραπευτικές παρεμβάσεις όπου χρειαστούν, επιτρέπουν την ασφαλή ολοκλήρωση της κύησης.
Η συνεργασία με τον γυναικολόγο και η εξατομικευμένη φροντίδα αποτελούν τον βασικό πυλώνα για την υγεία της μητέρας και του μωρού.
