Η ενδομήτρια σπερματέγχυση αποτελεί για πολλά ζευγάρια το πρώτο οργανωμένο βήμα στον δρόμο της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Πρόκειται για μια ήπια, ασφαλή και επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδο, η οποία εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις και μπορεί να αυξήσει ουσιαστικά τις πιθανότητες σύλληψης.
Δεν πρόκειται για μια «αυτόματη λύση», αλλά για μια στοχευμένη ιατρική παρέμβαση που βασίζεται στη σωστή διάγνωση, στον συγχρονισμό με τον φυσικό κύκλο και στη συνολική αξιολόγηση του ζευγαριού.
Τι είναι η ενδομήτρια σπερματέγχυση (IUI)
Η ενδομήτρια σπερματέγχυση είναι μια μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής κατά την οποία επεξεργασμένο σπέρμα τοποθετείται απευθείας μέσα στη μήτρα, μέσω του τραχήλου, τη χρονική στιγμή που συμπίπτει με την ωορρηξία.
Με τον τρόπο αυτό μειώνεται η απόσταση που πρέπει να διανύσουν τα σπερματοζωάρια και παρακάμπτονται πιθανά εμπόδια, όπως προβλήματα στην τραχηλική βλέννα ή ήπιες διαταραχές της κινητικότητας του σπέρματος.
Η γονιμοποίηση εξακολουθεί να γίνεται φυσιολογικά μέσα στη σάλπιγγα, χωρίς να αλλοιώνεται ο φυσικός μηχανισμός σύλληψης.
Πότε ενδείκνυται και ποιες είναι οι προϋποθέσεις
Για να πραγματοποιηθεί η ενδομήτρια σπερματέγχυση, είναι απαραίτητο να πληρούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις.
Οι σάλπιγγες της γυναίκας πρέπει να είναι διαβατές, ώστε να επιτρέπεται η μετακίνηση των σπερματοζωαρίων και η συνάντησή τους με το ωάριο (φυσιολογική σαλπιγγογραφία).
Παράλληλα, θα πρέπει να υπάρχει ωορρηξία, είτε φυσικά είτε με ήπια φαρμακευτική υποστήριξη – διέγερση.΄
Επίσης η ποιότητα του σπέρματος, δηλαδή ο αριθμός, η κινητικότητα, η μορφολογία και η ζωτικότητα των σπερματοζωαρίων , πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπουν τη χρήση της μεθόδου.
Η μέθοδος ενδείκνυται κυρίως σε περιπτώσεις ανεξήγητης υπογονιμότητας, ήπιου ανδρικού παράγοντα, προβλημάτων της τραχηλικής βλέννας, ήπιας ενδομητρίωσης, καθώς και σε περιπτώσεις δυσκολίας εκσπερμάτισης ή στύσης. Μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας υπάρχουν σε γυναίκες ηλικίας έως 35 με 37 ετών, ενώ συνήθως δεν συστήνεται σε γυναίκες άνω των 40 ετών. Μπορούν να πραγματοποιηθούν έως 6 κύκλοι σπερματέγχυσης, αν και το 90% των επιτυχημένων προσπαθειών , θα έρθει στις πρώτες 4 προσπάθειες.
Η επιλογή της IUI γίνεται πάντα μετά από πλήρη διαγνωστικό έλεγχο και εξατομικευμένη ιατρική εκτίμηση.
Σε ποιες περιπτώσεις δεν ενδείκνυται
Η ενδομήτρια σπερματέγχυση δεν αποτελεί κατάλληλη επιλογή σε όλες τις περιπτώσεις υπογονιμότητας.
Τα ποσοστά επιτυχίας είναι χαμηλότερα και καλό είναι να μην επιχειρείται σε γυναίκες με μέτρια ή σοβαρή ενδομητρίωση, σε περιπτώσεις απόφραξης ή σοβαρής βλάβης και των δύο σαλπίγγων, καθώς και σε γυναίκες με ιστορικό σοβαρών πυελικών λοιμώξεων. Επίσης όπως αναφέρθηκε έχει χαμηλά ποσοστά επιτυχίας σε γυναίκες άνω των 37 ετών.
Επιπλέον, δεν εφαρμόζεται όταν ο άνδρας δεν έχει μία minimum ποιότητα σπέρματος, εκτός αν υπάρχει η επιλογή χρήσης σπέρματος δότη, μετά από κατάλληλη συμβουλευτική.
Πλεονεκτήματα της μεθόδου
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της ενδομήτριας σπερματέγχυσης είναι ότι πρόκειται για μια απλή, ανώδυνη και ελάχιστα παρεμβατική διαδικασία.
Δεν απαιτεί αναισθησία, δεν συνοδεύεται από χειρουργικές πράξεις και επιτρέπει στη γυναίκα να επιστρέψει άμεσα στις καθημερινές της δραστηριότητες.
Παράλληλα, αποτελεί μια οικονομικά πιο προσιτή επιλογή σε σύγκριση με άλλες μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και συχνά χρησιμοποιείται ως πρώτο θεραπευτικό βήμα πριν την εξωσωματική γονιμοποίηση, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Ποσοστά επιτυχίας
Τα ποσοστά επιτυχίας της ενδομήτριας σπερματέγχυσης κυμαίνονται συνήθως γύρω στο 15–20% ανά κύκλο προσπάθειας.
Το τελικό αποτέλεσμα επηρεάζεται από την ηλικία της γυναίκας, την αιτία της υπογονιμότητας, την ποιότητα του σπέρματος και τον σωστό χρονισμό της διαδικασίας.
Σε αρκετές περιπτώσεις απαιτούνται περισσότερες από μία προσπάθειες, πάντα με βάση την ιατρική καθοδήγηση και τη συνολική εικόνα του ζευγαριού.
Πώς γίνεται η διαδικασία
Αρχικά, η γυναίκα παρακολουθείται υπερηχογραφικά, ώστε να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ωορρηξία. Αυτό απαιτεί επαναλαμβανόμενα υπερηχογραφήματα, το πρώτο συνήθως στην αρχή της περιόδου, στη συνέχεια μετά από περίπου 5 ημέρες και μετά ανά 2 με 3 ημέρες, ανάλογα και με τον κύκλο της γυναίκας. Παράλληλα μπορεί να γίνεται και ορμονικός έλεγχος (παρακολούθηση της οιστραδιόλης και της LH).
Σε ορισμένες περιπτώσεις χορηγείται ήπια φαρμακευτική αγωγή για την ωρίμανση περισσοτέρων του ενός ωοθυλακίων (ιδανικά 2 ή 3) ή την πρόκληση ωορρηξίας. Τα φάρμακα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην περίπτωση αυτή είναι η κιτρική κλομιφαίνη, η λετροζόλη ή και μικρές δόσεις γοναδοτροπινών.
Όταν το ή τα ωοθυλάκια έχουν φτάσει στο κατάλληλο μέγεθος (περίπου 18 με 22 mm) και υπάρχουν και οι αντίστοιχες ορμονικές προϋποθέσεις, χορηγείται συνήθως μία ένεση χοριακής γοναδοτροπίνης (Pregnyl ή Ovitrelle, που βοηθά στην τελική ωρίμανση των ωαρίων και περίπου 36 με 40 ώρες μετά πραγματοποιείται η σπερματέγχυση.
Η τελική διαδικασία ξεκινά με τη λήψη σπέρματος από τον σύντροφο, μετά από συγκεκριμένες ημέρες αποχής (συνήθως 2 με 4), όπως θα υποδείξει ο γιατρός.
Το σπέρμα μεταφέρεται στο εργαστήριο, όπου υφίσταται ειδική επεξεργασία.
Κατά τη διαδικασία αυτή απομακρύνεται το σπερματικό υγρό και επιλέγονται τα πιο κινητικά και μορφολογικά κατάλληλα σπερματοζωάρια.
Το ακατέργαστο σπέρμα δεν μπορεί να τοποθετηθεί απευθείας στη μήτρα, καθώς οι χημικές ουσίες του σπερματικού υγρού μπορεί να προκαλέσουν έντονες και επώδυνες συσπάσεις.
Τέλος, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, το επεξεργασμένο σπέρμα τοποθετείται εντός της μήτρας με τη χρήση ειδικού λεπτού καθετήρα.
Η διαδικασία είναι ανώδυνη, μοιάζει με το τεστ Παπανικολάου και διαρκεί λίγα μόνο λεπτά.
Υπάρχουν κίνδυνοι ή παρενέργειες;
Η ενδομήτρια σπερματέγχυση θεωρείται μια ασφαλής μέθοδος. Οι πιθανές επιπλοκές σχετίζονται κυρίως με τη φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών, όταν αυτή εφαρμόζεται, και περιλαμβάνουν την πιθανότητα πολύδυμης κύησης ή ήπιας υπερδιέγερσης των ωοθηκών.
Η στενή ιατρική παρακολούθηση και η σωστή επιλογή των ασθενών μειώνουν σημαντικά αυτούς τους κινδύνους.
Οδηγίες μετά τη σπερματέγχυση
Μετά τη διαδικασία, η γυναίκα μπορεί να επιστρέψει άμεσα στις καθημερινές της δραστηριότητες.
Ενδέχεται να εμφανιστεί ήπια ενόχληση χαμηλά στην κοιλιά, η οποία συνήθως υποχωρεί γρήγορα.
Σε αρκετές περιπτώσεις χορηγείται προγεστερόνη για την υποστήριξη της εμφύτευσης, πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού.
Ο έλεγχος εγκυμοσύνης γίνεται συνήθως μετά από περίπου δύο εβδομάδες.
Η ενδομήτρια σπερματέγχυση αποτελεί μια αξιόπιστη και καλά δοκιμασμένη επιλογή για συγκεκριμένες περιπτώσεις υπογονιμότητας.
Με σωστή διάγνωση, κατάλληλη επιλογή των υποψηφίων και εξατομικευμένη ιατρική παρακολούθηση, μπορεί να προσφέρει στο ζευγάρι μια ουσιαστική ευκαιρία σύλληψης, με σεβασμό στον οργανισμό και στον φυσικό κύκλο της γυναίκας.
Όπως όμως αναφέρθηκε, ο αριθμός των προσπαθειών πρέπει να εξατομικεύεται και να περιορίζεται σε έναν maximum αριθμό (συνήθως όχι πάνω από 4), ώστε να μην χάνεται πολύτιμος χρόνος για το ζευγάρι.
